Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Στον Πατέρα, Δάσκαλο και Φίλο (2).

  Οταν ο Πατέρας αποφυλακίστηκε, προσπάθησε να επιβιώσει κά-
νοντας τον μανάβη, μπακάλη, μεταφορέα. Εξαιρετικά δύσκολη
υπόθεση σε μία πόλη συντηρητική και με τα "κουσούρια" που
διέθετε: αριστερός και πόντιος.
Ανταγωνιστές ντόπιοι και κρατικοί ασφαλίτες δεν τον άφηναν να
ζήσει, να προκόψει. Τελικά, χάρη στη θέληση και επιμονή, άνοιξε
ένα γραφειάκι και έκανε αιτήσεις, σα γραμματιζούμενος που ήταν
Το πάλευε.
 Η χρονιά του 1963 ήταν καθοριστική. Εμφανίστηκαν τα πρώτα
προβλήματα υγείας που τον ακολούθησαν μέχρι τέλους: Ζάχαρο,
καρδιά, πνευμόνια, καταράχτες στα μάτια...Παράσημα. Νωρίς-νωρίς.
 Με όρισε αναπληρωτή του στο...γραφείο!!
Κάθε πρωί άνοιγα, καθάριζα, άναβα τη σόμπα και μετά σχολειό.
Μετά το σχόλασμα και το μεσημεριανό φαγητό επανερχόμουν μέχρι
το βράδυ. Διάβαζα και μάθαινα τη δουλειά.
Ευτυχισμένη εποχή.
Ατέλειωτες ώρες μαζί. Κουβέντες πολλές. Αφηγήσεις από το βουνό
και τα ξερονήσια. Συμβουλές για τη Λευτεριά, τη Δημοκρατία, τον
Ερωτα, την Επανάσταση.
Τις τέσσερις Αγάπες της Ζωής του.
Σκάκι και διάβασμα. Κάθε βδομάδα κι ένα εξωσχολικό βιβλίο
Λογοτεχνία,Ποίηση, αστυνομικά (!!), εφημερίδες.
"Διάβαζε" μου έλεγε. "Μάθε να τρως...πέτρες και βιβλία".
Πειθαρχούσα. Δεν του χαλούσα χατήρι.
...ήταν το μόνο "αντάλλαγμα" που ζητούσε από μένα...
 Κάθε Σάββατο βραδάκι εμφανιζόταν ένας τύπος κοντός, χοντρού-
λης και χαμογελαστός. Χαιρετούσε, άφηνε ένα τυλιγμένο δέμα κι
έφευγε.
Ηταν ο Γιάννης... Μετά τη δικτατορία τον γνώρισα καλά, όταν έγι-
νε ο "αρχηγός"και μέντοράς μου στα συνδικαλιστικά.
 Κάθε Κυριακή ακούγαμε το ράδιο Βουδαπέστη στα βραχέα
Μήπως και μεταδοθεί κάποιο μήνυμα ζωής του αδερφού της
Μάνας, που είχε μεταφερθεί σε κάποια-άγνωστη σε μας- χώρα του
"υπαρκτού", βαριά τραυματισμένος στον Εμφύλιο.
Πολλές Κυριακές. Ολες μάταιες.
 Από τα μέσα του 1964 που αποφυλακίστηκε μια θρυλική φυσιο-
γνωμία του Κόμματοςο Σπύρος Ζυμάρας, μέσω του Γιάννη και
της "Φωνής της Αλήθειας",ξανασυνδέθηκε, παρά τις διαφορο-
ποιήσεις που είχε με επιλογές του Κόμματος.
  - Εκείνο το πρωϊνό της 21ης Απρίλη 1967 ξύπνησα...από
μόνος μου.
Το τζιπάκι που μαρσάριζε κάθε πρωί στο "παράθυρό" μου όταν
ερχόταν να πάρει τον συνταγματάρχη...δεν ακούστηκε
Δεν έδωσα σημασία.
Η Μάνα είχε φύγει από τα χαράματα, ο Πατέρας ονειρεύονταν.
Εβρασα το γάλα, έτριψα μπουκιές στις σουπιέρες για την πρωϊ-
νή παπάρα, έφαγα και τράβηξα στο γραφείο. Σκούπισα, ξεσκό-
νισα, πήρα τα μαθητικά εργαλεία και πήγα σχολειό.
Το κουδούνι χτύπησε νωρίτερα-παράξενο-, κάναμε μια βιαστι-
κή προσευχή και...βουρ...εκδρομή στο γήπεδο.
Δεύτερο παράξενο. Κατά τις 10 μας μάζεψαν οι καθηγητές, μας
ορμήνεψαν αυστηρά, μας χώρισαν σε ομάδες 3-4 παιδιών και μας...
έσπρωξαν  για τα σπίτια μας. Τρίτο Παράξενο.
Ετρεξα στο γραφείο. Κουρτίνες κλειστές -κι άλλο παράξενο-, πόρ-
τα κλειδωμένηΞεκλείδωσα, μπήκα
Η καταπακτή του υπόγειου με τα καυσόξυλα ήταν ανοιχτή.
Ο Πατέρας εκεί.
Ανακουφίστηκε που με είδε. Μέτρησε κάποια βήματα, μου έδωσε
ένα κασμά και μου είπε: "σκάψε εδώ, όσο μπορείς βαθειά".
Εσκαψα ίσα με τη μέση μου. Μου έδωσε και έθαψα ένα τενεκέ με
ένα σφιχτοδεμένο πακέτο, τυλιγμένο με κουρελού, αφού τον
"σφράγισα" με κομμάτια μουσαμά.
Τον σκέπασα προσεκτικά. Επαγγελματικά.
Φύγαμε βιαστικά για το σπίτι.
Στο δρόμο τον ρώτησα τί έγινε...
Δικτατορία, μου είπε. Αγνωστο γιατί...φοβήθηκα...


(αύριο το (3) μέρος).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου