Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Μια Ιστορία για ένα μπαούλο (1).

Η Δικτατορία βρήκε την οικογένεια μου 
στο υπόγειο που είχα γεννηθεί.

Ανοίγοντας την εξώπορτα, έμπαινες στο "'σαλόνι",
 που ήταν και το δικό "μου" δωμάτιο.
Ενα παράθυρο που έβλεπες ουρανό και τα πόδια
 των περαστικών, τέσσερις καρέκλες, ένα ντιβάνι κι ένα κουτσό 
τραπέζι στη νοτιοανατολική γωνιά με το ανθογεμισμένο 
ποτήρι πάνω του.
Τους χειμώνες...προστίθενταν και το μαγκάλι.

Προχωρώντας το στενό διάδρομο έβγαινες στο καθιστικό 
που ήταν και κρεβατοκάμαρα και κουζίνα.
 Με το δίδυμο παράθυρο, δύο ντιβάνια, δύο καρέκλες και 
το τραπέζι του φαγητού. Κομοδίνο λαδί με
πράσινο ραδιόφωνο πάνω, απόκτημα τελευταίο.

 Η πόρτα, αριστερά του δωματίου έβγαζε στην "αποθήκη".
Η άλλη στον "κήπο".
Στην "αποθήκη" βρίσκονταν το ντουλάπι με τα τρόφιμα και 
τα πιατικά, η ντουλάπα με τα ρούχα, ο τσίγκινος νιπτήρας, 
το καντήλι με τον Εσταυρωμένο και την Παναγιά, το αλεύρι 
κι ένα μπαούλο με τα στρώματα πάνω του. 

Το μπαούλο άνοιγε σπάνια
Εκεί "κρύβονταν" ο Μαρξ, ο Λένιν, η γαλλική και 
η ρώσικη Επανάσταση. 
Αγκαλιασμένοι με Παπαδιαμάντη και Σούτσο.
Σεφέρη και Παλαμά. Με Ψαθά.
Στοιβαγμένοι παρέα με τα χειρόγραφα του Πατέρα 
και τα έντυπα του Κόμματος.

Σ΄αυτό το μπαούλο "στοιβάζονταν" η Ζωή
 και η Ιστορία του Πατέρα.
Τα χρόνια στο βουνό, τις φυλακές και τα ξερονήσια.
 Αυτό το μπαούλο φύλαγε τα Ονειρα και τις Ελπίδες του.
Ισως και της Γενιάς του. Ισως και της δικής μου.
Ολα σ΄αυτό το μπαούλο...
Καταραμένο και ευλογημένο.

 - Η δεύτερη πόρτα έβγαζε στον "κήπο".
Τρεις αμυγδαλιές, μια μηλιά, μια απιδιά.
Δεν τον φρόντισα ποτέ. Δεν έπαιξα ποτέ.
 Δεν σκαρφάλωσα σε δέντρο ποτέ.
Χωρίς να φταίει...τον μισούσα.

 - Πάνω από μας έμενε ένας δικαστικός. Ο κύριος Σάββας και
η κυρία Ελλη με την κόρη τους, σημαιοφόρο στο σχολειό της.
Πιο πάνω, ένας συνταγματάρχης
Με τη δασκάλα γυναίκα του και το αγοράκι τους.
 Κολλητά στον "κήπο" ήταν το σπίτι του ενός παπά από τους
τρεις (!!) που είχε η γειτονιά μου. Πρωτοσύγγελος.
 Ο γαμπρός του ήταν και Γραμματέας στη Μητρόπολη.
Ευγενικοί όλοι τους. Χαμογελαστοί και περιποιημένοι. 
Εύποροι και αυστηροί.
Αποκομμένοι από τη γειτονιά, τους Ανθρώπους 
και τα προβλήματά τους.
Ζούσαν σε γιάλα. Δεν ανήκαν στην ίδια τάξη με μας.
Δεν βοήθησαν, δεν συμπαραστάθηκαν, δεν φιλοτιμήθηκαν. Ποτέ.  
Ο πόνος και η δυστυχία των γειτόνων...δεν τους άγγιξε.
Δεν τους αφορούσε...

 - Η Μάνα δούλευε δύο τρίωρα μία ή δύο φορές τη βδομάδα,
 φεγγάρια-φεγγάρια σε μιά δημόσια επιχείρηση. Καθαρίστρια.
Καθάριζε και τα σπίτια των εύπορων. Επλενε τα πάντα.
 Μηχανή.
Αμοιβή της ένα-δύο πενηντάρικα το μήνα, ένα μπλουζάκι για
μένα, καμιά σοκολάτα και πολλά...χαμόγελα.
Περήφανη Γυναίκα. Δυναμική και Αξια. 
Από πλούσια μικρασιάτικη οικογένεια.
Τούρκοι και γερμανοί της ξεπάστρεψαν τα πάντα.
Βράχος. Οπως όλες οι Γυναίκες και Μανάδες του Λαού μας.
Αντεξε τα πάντα. Κακουχίες, πείνες, κυνηγητά, βρισιές,
 προβοκάτσιες.
Εζησε ξένη ανάμεσα σε ξένους. Απροστάτευτη εν μέσω λύκων.
Με το τσεμπέρι της, τα χέρια της, το τραγούδι και την Ψυχή της.
Τσάπισε, αρμάθιασε, όργωσε, θέρισε, ξεσκάτωσε, έτριψε σκάλες.
Αυτή είναι η Μάνα μου. Εν ολίγοις.

(Ακολουθεί, το 2ο και 3ο μέρος).



2 σχόλια:

  1. "Βράχος. Όπως όλες.......Έζησε ξένη ανάμεσα σε ξένους".

    Πόσο μεγάλες Αλήθειες είπες!
    Περιμένω τη συνέχεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απόψε το 2ο μέρος και αύριο το 3ο!!
    Θενκς!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή